Δύο σοβαρά περιστατικά νοσηλεύονται τις τελευταίες ημέρες στην Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών (ΠΓΝΠ), προκαλώντας εύλογη ανησυχία. Πρόκειται για δύο παιδιά, ηλικίας 11 και 6 ετών, τα οποία μεταφέρθηκαν εκτάκτως από Ζάκυνθο και Άρτα αντίστοιχα, παρουσιάζοντας συμπτώματα που κρίθηκαν ανησυχητικά.
Σύμφωνα με τον Διευθυντή της Παιδιατρικής Κλινικής, Καθηγητή Γαβριήλ Δημητρίου, το πρώτο περιστατικό αφορά σε αγόρι 11 ετών, με καταγωγή από τη Φινλανδία, το οποίο διαγνώστηκε με μικροβιακή μηνιγγίτιδα από Αιμόφιλο της Ινφλουέντζας τύπου Β (Hib), παρόλο που – σύμφωνα με το ιατρικό του ιστορικό – είναι εμβολιασμένο για το συγκεκριμένο παθογόνο.
Η κατάσταση του παιδιού κρίθηκε σοβαρή, καθώς, όπως ανέφερε ο κ. Δημητρίου, «παρά τη χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής, ο πυρετός δεν υποχωρούσε, γεγονός που οδήγησε στη μεταφορά του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου υπάρχει δυνατότητα υποστήριξης στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων, εφόσον απαιτηθεί». Όπως εξηγεί, η μηνιγγίτιδα Hib ευθύνεται για το 75%-90% των κρουσμάτων βακτηριακής μηνιγγίτιδας σε παιδιά και απαιτεί άμεση θεραπεία, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως σηψαιμία, τοξική καταπληξία ή και θάνατο.
Ωστόσο, καθησυχαστικός εμφανίστηκε για την πορεία του 11χρονου, δηλώνοντας πως «ευτυχώς, δεν κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή του στη ΜΕΘ, ωστόσο παραμένει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση και πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, καθώς η μηνιγγίτιδα ενδέχεται να προκαλέσει συλλογές στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό».
Το δεύτερο περιστατικό αφορά σε εξάχρονο παιδί από την Άρτα, το οποίο εμφάνισε συμπτώματα που παραπέμπουν στο σύνδρομο Γκιλαίν-Μπαρέ (Guillain-Barré), ένα σπάνιο αυτοάνοσο νευρολογικό νόσημα. Όπως ανέφερε ο κ. Δημητρίου, «αν και δεν έχουμε ακόμη πλήρη επιβεβαίωση της διάγνωσης, τα έως τώρα δεδομένα μας κατευθύνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Το παιδί εμφανίζει χαρακτηριστικά συμπτώματα, όπως παράλυση και μούδιασμα των άκρων».
Το σύνδρομο Γκιλαίν-Μπαρέ αποτελεί μια διαταραχή κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα περιφερικά νεύρα. Μπορεί να εμφανιστεί έπειτα από ιογενείς λοιμώξεις και, σπανιότερα, μετά από εμβολιασμό, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις επηρεάζει την αναπνοή, απαιτώντας μηχανική υποστήριξη. Η διάγνωση γίνεται μέσω κλινικής εικόνας, νευροφυσιολογικών εξετάσεων και ανάλυσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
«Η διερεύνηση συνεχίζεται, καθώς απαιτείται αποκλεισμός άλλων παθήσεων πριν την επιβεβαίωση της διάγνωσης», εξηγεί ο κ. Δημητρίου, ενώ συμπληρώνει πως, σε περίπτωση επιβεβαίωσης, υπάρχει φαρμακευτική αγωγή που εφαρμόζεται με καλά αποτελέσματα.
Οι δύο περιπτώσεις υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, της σωστής ενημέρωσης των γονέων και της επαγρύπνησης των ιατρικών μονάδων, προκειμένου να διασφαλίζεται η υγεία των παιδιών σε περιστατικά υψηλού κινδύνου.