Η ενεργειακή μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας περνά σε μια νέα, ιδιαίτερα σημαντική φάση, καθώς ολοκληρώθηκε η θέση σε λειτουργία εννέα μεγάλων φωτοβολταϊκών πάρκων στην περιοχή του πρώην υπαίθριου λιγνιτωρυχείου Αμυνταίου. Τα έργα, τα οποία αναπτύχθηκαν από τη RWE και τη ΔΕΗ μέσω της κοινής εταιρείας ΜΕΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε., συγκροτούν τρία μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά συμπλέγματα, συνολικής ισχύος 930 MWp και 884 MWac.
Η ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς μια περιοχή που επί δεκαετίες συνδέθηκε με την εξόρυξη και την καύση λιγνίτη μετατρέπεται σταδιακά σε κέντρο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Πρόκειται για μια ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η οποία αποτυπώνει τη γενικότερη κατεύθυνση της χώρας προς την απανθρακοποίηση και τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των δύο ενεργειακών ομίλων, η παραγόμενη πράσινη ηλεκτρική ενέργεια από τα νέα φωτοβολταϊκά μπορεί να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες περισσότερων από 400.000 ελληνικών νοικοκυριών. Η κλίμακα αυτή καθιστά το έργο ένα από τα σημαντικότερα βήματα για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής καθαρής ενέργειας και για τη μεγαλύτερη αξιοποίηση του υψηλού ηλιακού δυναμικού της Ελλάδας.
Η ΜΕΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ανήκει κατά 51% στη RWE και κατά 49% στη ΔΕΗ. Μέσα από αυτή τη συνεργασία, οι δύο εταιρείες ανέπτυξαν, κατασκεύασαν και έθεσαν σε λειτουργία τα εννέα πάρκα, αξιοποιώντας εκτάσεις του παλαιού λιγνιτωρυχείου. Με αυτόν τον τρόπο, μια βιομηχανικά επιβαρυμένη ζώνη αποκτά νέα ενεργειακή χρήση, χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη δέσμευση παραγωγικής γεωργικής γης.
Η επένδυση έχει και κοινωνική διάσταση. Κατά την περίοδο κατασκευής δημιουργήθηκαν εκατοντάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας, ενώ έχουν συμφωνηθεί με τους τοπικούς δήμους αντισταθμιστικά έργα και δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Ωστόσο, η πραγματική επιτυχία της μετάβασης θα κριθεί από το κατά πόσο τα μεγάλα ενεργειακά έργα θα δημιουργήσουν σταθερή απασχόληση, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και διαρκή οικονομικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.
Παράλληλα, η ανάπτυξη τόσο μεγάλης φωτοβολταϊκής ισχύος αναδεικνύει την ανάγκη για επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στην αποθήκευση ενέργειας. Η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλιοφάνεια, επομένως η αξιοποίηση συστημάτων μπαταριών, αντλησιοταμίευσης και άλλων τεχνολογιών ευελιξίας είναι απαραίτητη, ώστε η παραγόμενη ενέργεια να χρησιμοποιείται αποτελεσματικά και να περιορίζονται οι περικοπές παραγωγής.
Η ΔΕΗ έχει θέσει ως στόχο την ανάπτυξη χαρτοφυλακίου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ισχύος 19 GW έως το τέλος του 2030, εντάσσοντας παράλληλα έργα αποθήκευσης στον σχεδιασμό της. Η συνεργασία με τη RWE δεν περιορίζεται, πάντως, στο Αμύνταιο. Οι δύο όμιλοι κατασκευάζουν επίσης τα φωτοβολταϊκά έργα Κοτύλη και Νέο Συράκιο στην Κεντρική Μακεδονία, συνολικής ισχύος 567 MWp. Η λειτουργία τους αναμένεται το 2027 και η παραγωγή τους εκτιμάται ότι θα καλύπτει τις ανάγκες περισσότερων από 240.000 νοικοκυριών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η περιβαλλοντική παρακολούθηση των εγκαταστάσεων σε βάθος χρόνου. Η αποκατάσταση των εδαφών, η προστασία της βιοποικιλότητας, η διαχείριση των υδάτων και η ασφαλής ανακύκλωση του εξοπλισμού στο τέλος της ζωής του πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος του σχεδιασμού. Τα φωτοβολταϊκά μειώνουν τις εκπομπές κατά τη λειτουργία τους, αλλά η συνολική βιωσιμότητα κάθε επένδυσης εξαρτάται και από τον τρόπο κατασκευής, συντήρησης και τελικής αποξήλωσής της. Η διαφάνεια, ο δημόσιος έλεγχος και η συστηματική ενημέρωση των κατοίκων μπορούν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη απέναντι στις νέες επενδύσεις της περιοχής.
Η έναρξη πλήρους λειτουργίας των φωτοβολταϊκών του Αμυνταίου αποτελεί σημαντικό ορόσημο, αλλά και αφετηρία για την επόμενη ημέρα της Δυτικής Μακεδονίας. Η περιοχή διαθέτει ενεργειακή τεχνογνωσία, ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές που μπορούν να στηρίξουν ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο. Για να γίνει όμως η πράσινη μετάβαση πραγματικά δίκαιη, χρειάζεται να συνδεθεί με την τοπική επιχειρηματικότητα, την εκπαίδευση, την καινοτομία και τη δημιουργία μόνιμων θέσεων εργασίας. Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η παραγωγή περισσότερης καθαρής ενέργειας, αλλά η μετατροπή της σε μακροχρόνια ευημερία για ολόκληρη την περιοχή.