Το 1,1% που καταγράφεται για τη ΝΙΚΗ σε πρόσφατη δημοσκόπηση δεν είναι απλώς ένα χαμηλό ποσοστό. Είναι πολιτικό καμπανάκι για ένα κόμμα που πριν από λίγα χρόνια μπήκε στη Βουλή ως έκφραση διαμαρτυρίας, πατριωτικού λόγου και συντηρητικής ταυτότητας. Η ΝΙΚΗ είχε πετύχει 3,69% στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 και 4,37% στις ευρωεκλογές του 2024, δείχνοντας ότι υπήρχε ένα υπαρκτό ακροατήριο που αναζητούσε κάτι διαφορετικό από τα παραδοσιακά κόμματα. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική, καθώς στην έρευνα της Opinion Poll της 1ης Ιουνίου 2026 εμφανίζεται στο 1,1%, ενώ σε άλλη μέτρηση της Interview στις 9 Ιουνίου 2026 καταγράφεται ακόμη χαμηλότερα, στο 0,4%.
Η πτώση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τον ανταγωνισμό στον χώρο δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Βεβαίως, η Ελληνική Λύση, η Φωνή Λογικής και άλλοι σχηματισμοί διεκδικούν παρόμοιο εκλογικό κοινό. Όμως το βασικό πρόβλημα της ΝΙΚΗΣ φαίνεται βαθύτερο: δεν κατάφερε να μετατρέψει την αρχική διαμαρτυρία σε σταθερή πολιτική πρόταση. Ο πολίτης μπορεί να ψηφίσει μία φορά από θυμό, απογοήτευση ή αντίδραση. Για να επιστρέψει, όμως, χρειάζεται να δει σοβαρότητα, οργάνωση, πρόγραμμα και απαντήσεις στα καθημερινά του προβλήματα.
Ένας σημαντικός λόγος της φθοράς είναι οι εσωτερικές προστριβές. Τα δημοσιεύματα των τελευταίων μηνών έχουν καταγράψει αποχωρήσεις, διαγραφές, δημόσιες αιχμές και επιστολές πρώην στελεχών, που μιλούν για υπερσυγκέντρωση εξουσίας και εσωκομματικές εντάσεις. Η αποχώρηση του Γιώργου Αποστολάκη, η υπόθεση του Νίκου Παπαδόπουλου, οι καταγγελίες πρώην στελεχών και η διαγραφή του Νίκου Βρεττού δημιούργησαν εικόνα κόμματος που περισσότερο ασχολείται με τον εαυτό του παρά με την κοινωνία.
Παράλληλα, φαίνεται πως ένα μέρος της δημόσιας παρουσίας του κόμματος εγκλωβίστηκε σε θεματικές εμμονές που μπορεί να συγκινούν έναν στενό ιδεολογικό πυρήνα, αλλά δεν εκφράζουν απαραίτητα τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Όταν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται κυρίως γύρω από ζητήματα ταυτότητας, αντιπαραθέσεις για κοινωνικά θέματα ή σκληρές πολιτισμικές τοποθετήσεις, ο πολίτης που δυσκολεύεται με την ακρίβεια, το ενοίκιο, την υγεία, την παιδεία και την ασφάλεια αισθάνεται ότι δεν ακούγεται. Δεν αρκεί ένα κόμμα να λέει ότι υπερασπίζεται αξίες. Πρέπει να δείχνει και πώς αυτές οι αξίες μεταφράζονται σε πρακτικές λύσεις.
Η ΝΙΚΗ μοιάζει να έχασε το πλεονέκτημα της αυθεντικότητας. Στην αρχή εμφανίστηκε ως κίνημα καθαρής διαμαρτυρίας, χωρίς βαριά κομματική φθορά. Στην πορεία, όμως, όταν άρχισαν οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι δημόσιες αντιφάσεις, η εικόνα αυτή τραυματίστηκε. Ένα κόμμα που θέλει να πείσει ότι φέρνει ήθος, ενότητα και εναλλακτική πολιτική δεν μπορεί να εμφανίζει εικόνα εσωτερικής αποσύνθεσης.
Επιπλέον, η πολιτική σκηνή αλλάζει. Τα νέα πολιτικά σχήματα και οι κινήσεις γύρω από πρόσωπα όπως ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού τραβούν πλέον μεγάλο μέρος της προσοχής, ενώ οι αναποφάσιστοι παραμένουν πολλοί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όποιο κόμμα δεν έχει καθαρό μήνυμα, κινδυνεύει να εξαφανιστεί επικοινωνιακά.
Tο 1,1% της ΝΙΚΗΣ δεν είναι τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα ανταγωνισμού, εσωτερικών τριβών, περιορισμένης πολιτικής διεύρυνσης και υπερβολικής προσκόλλησης σε θέματα που δεν απαντούν άμεσα στις αγωνίες των πολιτών. Αν θέλει να ανακάμψει, πρέπει να βγει από τον στενό κύκλο των εσωτερικών της συγκρούσεων και να μιλήσει ξανά στην κοινωνία: όχι μόνο για το ποια είναι, αλλά κυρίως για το τι μπορεί να κάνει.