Η Ελλάδα για δεκαετίες αναζητά ένα παραγωγικό μοντέλο που θα δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας, εξαγωγές και πραγματικό πλούτο. Ίσως όμως η λύση να μην βρίσκεται στην παραγωγή «περισσότερων και φθηνότερων» προϊόντων, αλλά στην παραγωγή λιγότερων, καλύτερων και ακριβότερων: προϊόντων με ταυτότητα, ποιότητα και υψηλή προστιθέμενη αξία.
Με αυτή τη λογική, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιδιώξει ένα μοντέλο που σε ορισμένα σημεία θυμίζει την Ελβετία: όχι λόγω μεγέθους ή τραπεζικού συστήματος, αλλά επειδή η ελβετική οικονομία έχει χτίσει ισχυρές εξαγωγές σε προϊόντα υψηλής αξίας, όπως μηχανήματα, ηλεκτρονικά, όργανα ακριβείας και εξειδικευμένα βιομηχανικά προϊόντα.
Η ελληνική εκδοχή αυτού του μοντέλου θα μπορούσε να ξεκινήσει από εκεί όπου η χώρα διαθέτει ήδη συγκριτικά πλεονεκτήματα: αγροτική παραγωγή, τρόφιμα, βότανα, ελαιόλαδο, κρασί, γαλακτοκομικά, φυσικά καλλυντικά, ξυλεία, χειροτεχνία, ένδυση, υπόδηση και μικρές εξειδικευμένες μεταποιητικές μονάδες.
Από την πρώτη ύλη στο επώνυμο προϊόν
Το ζητούμενο δεν είναι να εξάγουμε απλώς την πρώτη ύλη. Είναι να εξάγουμε το τελικό επώνυμο προϊόν. Ένα κιλό ποιοτικής αγροτικής παραγωγής αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία όταν μετατρέπεται σε πιστοποιημένο τρόφιμο, καλλυντικό, φαρμακευτικό ή άλλο επώνυμο προϊόν. Τα ευρωπαϊκά συστήματα ΠΟΠ και ΠΓΕ υπάρχουν ακριβώς για να προστατεύουν την προέλευση, την ιδιαίτερη τεχνογνωσία και τη φήμη ενός τόπου.
Η ποιότητα όμως δεν δημιουργείται μόνο στο χωράφι ή στο εργαστήριο. Χρειάζεται πιστοποίηση, σταθερές προδιαγραφές, σωστή συσκευασία, σύγχρονο σχεδιασμό, ιχνηλασιμότητα, εξωστρέφεια και επαγγελματικό μάρκετινγκ. Ο καταναλωτής στο εξωτερικό δεν αγοράζει μόνο το περιεχόμενο ενός προϊόντος. Αγοράζει αξιοπιστία, ιστορία, ταυτότητα και εμπιστοσύνη.
Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις ως παραγωγικό δίκτυο
Η πραγματική αλλαγή θα μπορούσε επομένως να έρθει μέσα από χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και οικογενειακές μονάδες που δεν θα λειτουργούν απομονωμένες, αλλά ως τμήματα ενός οργανωμένου παραγωγικού δικτύου. Μικρά εργαστήρια, αγροτικές μονάδες, τυποποιητήρια και επιχειρήσεις μεταποίησης μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική συνολική αξία, εφόσον έχουν πρόσβαση σε τεχνογνωσία, κοινές υποδομές, πιστοποιήσεις και διεθνή δίκτυα πωλήσεων.
Για να συμβεί αυτό, οι συνεργασίες είναι καθοριστικές. Συνεταιριστικά σχήματα νέου τύπου, τοπικά clusters, κοινές μονάδες συσκευασίας, εργαστήρια ποιοτικού ελέγχου και οργανωμένα εξαγωγικά δίκτυα μπορούν να μειώσουν το κόστος και να δώσουν σε μια μικρή επιχείρηση δυνατότητες που μόνη της δεν θα είχε.
Ενέργεια, επενδύσεις και φορολογικά κίνητρα
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη μεταποίηση είναι το ενεργειακό κόστος. Χωρίς προβλέψιμη και ανταγωνιστική ενέργεια, ακόμη και ένα εξαιρετικό ελληνικό προϊόν δυσκολεύεται να σταθεί απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Χρειάζονται πρακτικές λύσεις για τις παραγωγικές μονάδες: φωτοβολταϊκά, ενεργειακές κοινότητες, αποθήκευση ενέργειας, μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας και στοχευμένη στήριξη της πραγματικής παραγωγής αντί της απλής επιδότησης της κατανάλωσης.
Εξίσου σημαντικά είναι τα φορολογικά κίνητρα. Η επένδυση σε μηχανήματα, έρευνα, πιστοποίηση, ενεργειακή αναβάθμιση και νέες θέσεις εργασίας πρέπει να επιβραβεύεται με σταθερούς κανόνες και ταχύτερες αποσβέσεις. Μια μικρή επιχείρηση χρειάζεται επίσης ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, λιγότερη γραφειοκρατία και ψηφιακές υπηρεσίες που πραγματικά εξοικονομούν χρόνο.
Το κράτος δεν χρειάζεται να αποφασίζει ποιος θα παράγει τι. Ο ρόλος του είναι να διαμορφώνει ένα σταθερό περιβάλλον, να ελέγχει την ποιότητα, να προστατεύει την ελληνική προέλευση, να συνδέει την εκπαίδευση με την παραγωγή και να βοηθά τις επιχειρήσεις να φτάσουν στις διεθνείς αγορές.
Μια ελληνική στρατηγική ποιότητας
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει την Ελβετία. Μπορεί όμως να υιοθετήσει την κεντρική της λογική: υψηλή ποιότητα, εξειδίκευση, αξιοπιστία και προϊόντα που δεν ανταγωνίζονται αποκλειστικά στην τιμή. Η χώρα διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, πρώτες ύλες, πολιτισμό, γεωγραφική ταυτότητα και ισχυρό διεθνές όνομα. Αυτό που λείπει είναι η σταθερή σύνδεση όλων αυτών σε μια μακροχρόνια παραγωγική στρατηγική.
Αν η χώρα καταφέρει να συνδέσει την ελληνική πρώτη ύλη με την ελληνική μεταποίηση, την καινοτομία και ένα ισχυρό διεθνές εμπορικό σήμα, τότε το «Made in Greece» θα μπορούσε να σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από τόπο προέλευσης: θα μπορούσε να γίνει συνώνυμο της ποιότητας.