Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκαλεί ολοένα και περισσότερα ερωτήματα. Την ώρα που η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου, να προβάλλει τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» και να διατηρεί μια σταθερά αναθεωρητική συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο, οι Βρυξέλλες επιλέγουν να τη βλέπουν όχι ως πρόβλημα, αλλά ως «βασικό εταίρο».
Η κριτική που άσκησε ο Δημήτρης Νατσιός κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό το κρίσιμο σημείο. Δεν αφορά μόνο την Τουρκία, αλλά κυρίως την ίδια την Ευρώπη. Διότι το ζήτημα δεν είναι αν ο Ερντογάν ακολουθεί μια πολιτική πιέσεων, απειλών και γεωπολιτικών εκβιασμών. Αυτό είναι πλέον γνωστό. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να του δίνει χώρο, ρόλο και νομιμοποίηση.
Η Τουρκία δεν είναι μια απλή γειτονική χώρα με την οποία υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες. Είναι ένα κράτος που διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο, αμφισβητεί θαλάσσιες ζώνες, εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό, απειλεί ευθέως με casus belli την Ελλάδα και επιχειρεί να εμφανίσει ως «νόμιμη» μια επεκτατική αντίληψη στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή ηγεσία συνεχίζει να συζητά μαζί της σαν να πρόκειται για έναν κανονικό, αξιόπιστο και προβλέψιμο εταίρο.
Αυτό αποκαλύπτει μια βαθύτερη παθογένεια της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται συχνά ισχυρή στις δηλώσεις, αλλά αδύναμη στις αποφάσεις. Μιλά για αρχές, διεθνές δίκαιο, δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα, όμως όταν έρχεται η ώρα της πράξης, πολλές φορές υποχωρεί μπροστά σε οικονομικά συμφέροντα, γεωπολιτικούς φόβους και εσωτερικές ισορροπίες. Έτσι, αντί να διαμορφώνει στρατηγική, καταλήγει να διαχειρίζεται κρίσεις.
Η περίπτωση της Τουρκίας είναι χαρακτηριστική. Αντί η Ευρώπη να χαράξει μια καθαρή γραμμή απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό, επιλέγει την τακτική του κατευνασμού. Αντί να υπερασπιστεί έμπρακτα δύο κράτη μέλη της, την Ελλάδα και την Κύπρο, δείχνει συχνά να αναζητά τρόπους να μη δυσαρεστήσει την Άγκυρα. Αντί να συνδέσει κάθε ευρωπαϊκή συνεργασία με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, ανοίγει παράθυρα για συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά και γεωπολιτικά σχήματα.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση. Πώς μπορεί η Ευρώπη να μιλά για κοινή άμυνα, όταν αφήνει ανοιχτή την πόρτα σε μια χώρα που απειλεί κράτη μέλη της; Πώς μπορεί να οικοδομηθεί ευρωπαϊκή ασφάλεια, όταν ο αναθεωρητισμός αντιμετωπίζεται ως «ρεαλισμός» και η επιθετικότητα ως «δύσκολη συνεργασία»; Και πώς μπορούν οι πολίτες της Ελλάδας και της Κύπρου να εμπιστεύονται μια ευρωπαϊκή ηγεσία που δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση προς τον εκβιαστή παρά προς τον σύμμαχο;
Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική σοβαρότητα. Δεν αρκούν οι γενικόλογες δηλώσεις στήριξης. Δεν αρκούν τα ψηφίσματα και οι διπλωματικές διατυπώσεις. Χρειάζεται καθαρή πολιτική: καμία ενίσχυση, καμία αμυντική συνεργασία και κανένα προνόμιο προς την Τουρκία όσο συνεχίζει να απειλεί Ελλάδα και Κύπρο.
Η δήλωση Νατσιού αναδεικνύει ένα ζήτημα που δεν πρέπει να προσπερνάται. Η Ευρώπη δεν μπορεί να παριστάνει τον γεωπολιτικό παίκτη, όταν δεν μπορεί να υπερασπιστεί με συνέπεια τα ίδια της τα σύνορα, τα ίδια της τα κράτη μέλη και τις ίδιες της τις αρχές. Αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον Ερντογάν ως «βασικό εταίρο» χωρίς ουσιαστικούς όρους, τότε δεν θα έχει πρόβλημα μόνο η Ελλάδα ή η Κύπρος. Θα έχει πρόβλημα η ίδια η αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.