Κάθε χρόνο τα ίδια. Φτάνουμε στα μέσα Δεκέμβρη, τα φώτα στην πόλη σβηστά, τα στολίδια στις αποθήκες, οι πλατείες γυμνές και όλοι ρωτούν το ίδιο πράγμα: «Πού είναι η φάτνη, Δήμαρχε;» Μια απλή, ανθρώπινη, παραδοσιακή εικόνα που όλες οι ελληνικές πόλεις στήνουν από νωρίς, για να δώσουν λίγη χαρά στον κόσμο, στα παιδιά, στους επαγγελματίες που περιμένουν κίνηση. Εδώ όμως… εδώ είμαστε αλλιώς. Εδώ έχουμε άλλη ιεράρχηση.
Γιατί όταν έρθει η ώρα για Καρναβάλι, ξαφνικά ο Δήμος θυμάται τι σημαίνει οργάνωση, έγκαιρος σχεδιασμός, προβολή, marketing, χορηγοί, event planners, ημερολόγια δράσεων. Ένα μήνα πριν αρχίζει η πόλη να γεμίζει κατασκευές, μασκαράδες, αφίσες, σερπαντίνες. Δρόμοι κλείνουν, συνεργεία εργάζονται νύχτα-μέρα, φωτισμοί μπαίνουν, στολές ράβονται, μέχρι και τα πεζοδρόμια θυμούνται ότι πρέπει να καθαριστούν. Όλα για το Καρναβάλι. Εκεί υπάρχει σχέδιο, εκεί υπάρχει «όραμα».
Αλλά για τα Χριστούγεννα; Ό,τι προλάβουμε και αν προλάβουμε.
Και κάπως έτσι, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, θυμούνται να ανοίξουν μια κούτα με λαμπάκια και να πετάξουν ένα δέντρο στη μέση της πλατείας. Προς το τέλος του μήνα, και αν. Λες και τα Χριστούγεννα είναι ξαφνικό φαινόμενο, μια απρόβλεπτη φυσική καταστροφή που δεν ξέραμε ότι έρχεται κάθε χρόνο στις 25 Δεκεμβρίου.
Η πόλη θα μπορούσε να είναι στολισμένη από τον Νοέμβριο, όπως κάνουν στην Ευρώπη και όπως κάνουν οι περισσότεροι ελληνικοί δήμοι. Να γεμίσει φως, να ζωντανέψουν οι γειτονιές, να δουλέψουν οι επιχειρήσεις, να ανέβει η ψυχολογία του κόσμου. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται χαρά. Χρειάζεται ομορφιά. Χρειάζεται να περπατά στην πόλη του και να νιώθει ότι κάποιος νοιάζεται. Αλλά μάλλον αυτό είναι πολυτέλεια.
Αν όμως ήταν καμιά εκδήλωση για πολιτιστικό «προτσές», κανένα happening «προοδευτικής έκφρασης» ή καμιά βαριά θεωρητική εκδήλωση με τίτλους τύπου «Μεταμοντέρνα Ανάγνωση του Αστικού Τοπίου», να είσαι σίγουρος: θα είχε προγραμματιστεί από το Πάσχα.
Και σαν να μη φτάνει αυτό, κάθε χρόνο η ίδια δικαιολογία: «Δεν προλαβαίνουμε».
Μα πώς γίνεται να προλαβαίνουν όλοι οι άλλοι δήμοι, μέχρι και τα χωριά των 500 κατοίκων, και να μη μπορεί μια ολόκληρη πόλη; Να το πούμε ξεκάθαρα: δεν είναι θέμα χρόνου. Είναι θέμα προτεραιοτήτων.
Για το Καρναβάλι υπάρχουν όλα.
Για τα Χριστούγεννα… περισσεύματα χρόνου και διάθεσης.
Και φυσικά, όταν ρωτήσεις «πού είναι η φάτνη;», αντιμετωπίζεσαι σαν γραφικός. «Έλα μωρέ, τώρα, με τη φάτνη θα ασχολούμαστε;»
Ναι, με τη φάτνη.
Γιατί μια πόλη που σέβεται τον εαυτό της σέβεται και τις παραδόσεις της.
Γιατί οι οικογένειες περιμένουν να βγουν μια βόλτα με τα παιδιά.
Γιατί ο στολισμός δεν είναι “διακόσμηση”, είναι ατμόσφαιρα, είναι αίσθηση πόλης, είναι κοινωνική ανάσα.
Η ειρωνεία είναι ότι όταν πρόκειται για πολιτικά πανηγύρια, για μικροκομματικές παρελάσεις, για φωτογραφίες και χειραψίες, τότε όλοι βρίσκουν χρόνο.
Όταν όμως πρόκειται για κάτι που δεν έχει πολιτικό κέρδος, αλλά έχει καθαρά συναισθηματική, πολιτισμική και κοινωνική αξία… τότε το αφήνουν για την τελευταία στιγμή, λες και είναι αγγαρεία.
Η πόλη θα μπορούσε να λάμπει ήδη.
Θα μπορούσε να έχει χωριά του Άη Βασίλη, χριστουγεννιάτικα μονοπάτια, ζεστό κρασί, μικρές υπαίθριες δράσεις, μουσικές, παιδικές παραστάσεις.
Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε συνεργεία να «τρέχουν» στις 20 του μήνα για να κρεμάσουν δύο λαμπάκια και να πουν ότι «κάναμε τη δουλειά».
Και κάπως έτσι, κάθε χρόνο, η ίδια ερώτηση πλανιέται πάνω από τις πλατείες, τις γειτονιές, τις λεωφόρους:
**Πού είναι η φάτνη, Δήμαρχε;
Και κυρίως… πού είναι η λογική;