Το κουβάρι ενός από τα μεγαλύτερα κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας των τελευταίων ετών ξετυλίχτηκε μεθοδικά από τους αξιωματικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών, αποκαλύπτοντας μια εγκληματική οργάνωση με… βαριά ιστορία. Άνδρες με «καριέρα» δεκαετιών στον χώρο της αρχαιοκαπηλίας, ηλικίας από 60 έως και άνω των 70 ετών, ενώθηκαν για να δραστηριοποιηθούν εκ νέου στον σκοτεινό κόσμο των παράνομων ανασκαφών και της εμπορίας αρχαίων αντικειμένων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, από τους συνολικά 39 συλληφθέντες, τουλάχιστον 13 είναι άνω των 70 ετών, ενώ 20 ξεπερνούν τα 65. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένας 70χρονος από την Κεντρική Ελλάδα, ο οποίος είχε απασχολήσει τις Αρχές για υπόθεση αρχαιοκαπηλίας σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πριν!
Η υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια ύστερα από καταγγελία που έφτασε στην ΕΛ.ΑΣ. τον Οκτώβριο του 2023, σχετικά με άνδρα στην περιοχή της Αχαΐας, ο οποίος πραγματοποιούσε ανασκαφές με ανιχνευτές μετάλλων σε αρχαιολογικούς χώρους. Από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, ταυτοποιήθηκε ένα πρόσωπο με καταγωγή από τα Τζουμέρκα, γεγονός που οδήγησε σταδιακά σε ευρύτερες παρακολουθήσεις και την αποκάλυψη του εκτεταμένου κυκλώματος.
Η αστυνομική έρευνα υπήρξε επίπονη και γεμάτη εμπόδια. Όπως επισημαίνουν πηγές της Ασφάλειας, η δράση του κυκλώματος «πάγωσε» προσωρινά τον Μάρτιο του 2024 μετά την εξάρθρωση αντίστοιχης οργάνωσης στη Βόρεια Ελλάδα. Ωστόσο, η δραστηριότητα αναθερμάνθηκε στα τέλη Απριλίου και συνεχίστηκε έως και τις αρχές Ιουνίου του 2025.
Η τελική επιχείρηση εκτυλίχθηκε ταυτόχρονα σε 20 ελληνικές πόλεις —από το Μεσολόγγι και την Πάτρα έως την Αλεξανδρούπολη και τη Ρόδο— καθώς και στο Μόναχο της Γερμανίας, με τη συνεργασία των γερμανικών αρχών και μετά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος έρευνας. Η ημερομηνία-κλειδί ήταν η 23η Ιουνίου 2026, όταν στήθηκε συντονισμένη επιχείρηση σε Ελλάδα και Γερμανία.
Οι συλληφθέντες αντιμετωπίζουν βαρύ κατηγορητήριο, με βασικά αδικήματα αυτά της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, αρχαιοκαπηλία, παράνομες ανασκαφές και διακίνηση πολιτιστικών αγαθών. Αξίζει να σημειωθεί ότι τουλάχιστον δέκα από αυτούς είχαν «σταθερή ροπή» στην αρχαιοκαπηλία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη δικογραφία, επαναλαμβάνοντας το ίδιο modus operandi σε κάθε περίπτωση.
Το κύκλωμα φέρεται να χρησιμοποιούσε κωδικοποιημένες ονομασίες στις επικοινωνίες του, ενώ είχε αναπτύξει δίκτυο επαφών σε διάφορες περιοχές της χώρας. Σημαντικός κρίκος της έρευνας υπήρξε ηλικιωμένος από τα Τρίκαλα, ο οποίος συνδεόταν με άτομα από την Αιτωλοακαρνανία και άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας.
Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει για καιρό τις δικαστικές Αρχές, ενώ οι αστυνομικές υπηρεσίες εκφράζουν την ικανοποίησή τους για την εξάρθρωση ενός κυκλώματος που λυμαίνονταν την πολιτιστική μας κληρονομιά, με μεθοδικότητα και οργάνωση που θυμίζει επαγγελματικά δίκτυα του εξωτερικού.