Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφορικά με τις νέες ταυτότητες και τον «Προσωπικό Αριθμό Πολίτη» (ΠΑΠ), αποτελεί ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο επαφής ανάμεσα στην πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ελευθερίας και στην τεχνολογική πραγματικότητα της ψηφιακής εποχής. Η απόφαση αναφέρει ότι «δεν τίθεται θεολογικό ζήτημα» σε σχέση με τις νέες ταυτότητες, ενώ αποφαίνεται ότι πρόκειται για μια διοικητική πράξη χωρίς επίπτωση στη σωτηρία ή στην πίστη του ανθρώπου. Παρόλο που η θέση αυτή φαίνεται να αποφορτίζει τη δημόσια συζήτηση, είναι θεμιτό να αναρωτηθεί κανείς: μπορεί να αγνοηθεί τόσο απλά η κλιμακούμενη ψηφιακή παρακολούθηση και η συγκέντρωση προσωπικών δεδομένων;
Η πραγματικότητα του σήμερα είναι μια συνεχής και σχεδόν απόλυτη καταγραφή της ανθρώπινης δραστηριότητας:
- Κινητά τηλέφωνα συλλέγουν τοποθεσίες, κινήσεις, επαφές, ακόμα και ακουστικά μοτίβα ομιλίας (π.χ. Siri, Google Assistant).
- Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν αλγοριθμικά προφίλ συμπεριφοράς και ψυχολογικών προτιμήσεων.
- Οι «έξυπνες» συσκευές (smart TVs, φωνητικοί βοηθοί, κάμερες ασφαλείας, ρολόγια υγείας) καταγράφουν βιομετρικά δεδομένα, ακόμη και ρυθμούς ύπνου και καρδιακού παλμού.
- Οι αγορές, οι τραπεζικές συναλλαγές και οι ψηφιακές μετακινήσεις συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό αποτύπωμα κάθε πολίτη.
Όλα αυτά τα δεδομένα συσσωρεύονται και αναλύονται από πανίσχυρους αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Ο ενοποιημένος ψηφιακός φάκελος που διαμορφώνεται γύρω από κάθε πολίτη, είτε μέσω κρατικών μηχανισμών είτε μέσω ιδιωτικών επιχειρήσεων, δεν είναι πλέον θεωρία επιστημονικής φαντασίας αλλά γεγονός. Ο κίνδυνος έγκειται όχι μόνο στην παραβίαση της ιδιωτικότητας αλλά και στη δυνατότητα ελέγχου, επιρροής και χειραγώγησης της ελευθερίας του ατόμου.
Η εισαγωγή των νέων ταυτοτήτων στην Ελλάδα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Βιομετρικά δεδομένα (φωτογραφία, δακτυλικά αποτυπώματα)
- Μοναδικό Προσωπικό Αριθμό Πολίτη (ΠΑΠ), ο οποίος στο μέλλον θα αντικαταστήσει αριθμούς όπως ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, αριθμό ταυτότητας κ.λπ.
- Μικροτσίπ NFC (RFID), μηχανικά αναγνώσιμη ζώνη (MRZ), και δυνατότητα αποθήκευσης σε ψηφιακό πορτοφόλι (Gov.gr Wallet)
Πρόκειται για ένα έγγραφο πλήρους ψηφιακής ταυτοποίησης, το οποίο — όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες — δύναται να συνδεθεί με υπηρεσίες υγείας, φορολογίας, μετακίνησης, ψηφιακής υπογραφής και οικονομικών συναλλαγών. Αν και αυτό παρουσιάζεται ως πρόοδος και διευκόλυνση, ταυτόχρονα συγκεντρώνει όλα τα βασικά δεδομένα ύπαρξης ενός ανθρώπου σε ένα σημείο — κατάσταση που ονομάζεται “single point of failure” στον τομέα της κυβερνοασφάλειας.
Το μέλλον φέρνει νέες διαστάσεις στον κίνδυνο: η κβαντική τεχνολογία, δηλαδή οι υπολογιστές που βασίζονται σε κβαντικά bits (qubits), θα έχουν τη δυνατότητα να σπάνε τους κλασικούς κρυπτογραφικούς αλγόριθμους (RSA, SHA-256, ECC). Επομένως, ακόμα κι αν τα προσωπικά δεδομένα των νέων ταυτοτήτων είναι σήμερα ασφαλή, η έλευση κβαντικών υπολογιστών (π.χ. Google, IBM, DARPA) απειλεί να τα καταστήσει προσβάσιμα.
Σύμφωνα με μελέτες (βλ. Chen et al., 2021, “Quantum Algorithms for Breaking Modern Cryptography”), ένα κβαντικό σύστημα με 4096 qubits και χαμηλό ποσοστό σφάλματος μπορεί να «σπάσει» την RSA-2048 σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας των ΗΠΑ (NIST) ήδη εργάζεται στην εισαγωγή “post-quantum encryption standards”, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ξεκινήσει ερευνητικά έργα όπως το “OpenQKD” για ασφαλείς κυβερνοεπικοινωνίες.
Οπότε, η ερώτηση είναι θεμελιώδης: τι θα γίνει όταν η ασφάλεια αυτών των προσωπικών φακέλων είναι πλέον θεωρητική και ευάλωτη σε όποιον κατέχει την κατάλληλη τεχνολογία;
Αξίζει να θυμίσουμε και τη θεολογική διάσταση. Η Εκκλησία, παραδοσιακά, προσεγγίζει την έννοια του προσώπου όχι ως αριθμό ή τεχνολογικό αποτύπωμα, αλλά ως ανεπανάληπτη εικόνα του Θεού. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, όχι χρήστης. Η ταυτότητα δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν αριθμό ή σε έναν ψηφιακό φάκελο. Όταν όλη η ύπαρξη του ανθρώπου συμπυκνώνεται σε έναν αριθμό ελέγχου, κινδυνεύουμε να περάσουμε από τον σεβασμό της προσωπικότητας στην παγίωση της απρόσωπης υποταγής.
Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου να μην εγείρει θεολογικό ζήτημα δεν μπορεί να κριθεί αυστηρά λανθασμένη· πρόκειται για μια προσπάθεια αποτροπής λαϊκού πανικού και στείρων θεωριών συνωμοσίας. Όμως είναι καθήκον της Εκκλησίας να διατυπώσει με σαφήνεια τις ποιμαντικές και ανθρωπολογικές ανησυχίες, ιδίως για το μέλλον. Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, όπως και άλλοι σύγχρονοι γέροντες, δεν μιλούσαν μόνο για το «τσιπάκι», αλλά για μια εξέλιξη τεχνολογική που θα αποσπά τον άνθρωπο από τον Θεό μέσω απόλυτου ελέγχου.
Ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί. Όχι με φοβικότητα, αλλά με πατερικό φρόνημα, προσευχή και διάκριση. Το ερώτημα δεν είναι αν το «χαράγμα» είναι ένα φυσικό chip, αλλά αν δημιουργείται ένα ολοκληρωτικό ψηφιακό περιβάλλον, όπου η άρνηση συμμετοχής ισοδυναμεί με κοινωνικό θάνατο.
Η Εκκλησία οφείλει να είναι παρούσα. Όχι με όρους πολιτικής, αλλά με όρους σωτηριολογίας. Και όταν βλέπει ότι ένα σύστημα τείνει να υποκαταστήσει την ελευθερία του ανθρώπου με υποχρεωτική συμμόρφωση, δεν αρκεί να πει «δεν υπάρχει θεολογικό ζήτημα». Οφείλει να πει: «Υπάρχει υπαρξιακός κίνδυνος, και πρέπει να προσέξουμε».