Achaia Clauss: Η φωτιά έσβησε, τα ερωτήματα όμως μόλις άρχισαν
Η φωτιά στην Achaia Clauss κατέστρεψε την ιστορική Κάβα Δανιηλίδος. Η απουσία πυρανίχνευσης και τα κρίσιμα ερωτήματα για τα αίτια και την πυροπροστασία.
Η μεγάλη φωτιά που ξέσπασε τα ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου στην ιστορική Achaia Clauss δεν άφησε πίσω της μόνο ένα πληγωμένο κτίριο. Άνοιξε και μια συζήτηση που ίσως έπρεπε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα: πώς προστατεύουμε πραγματικά τα ιστορικά κτίρια που αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της Πάτρας;
Γιατί στην περίπτωση της Achaia Clauss δεν μιλάμε για μια συνηθισμένη αποθήκη ή ένα παλιό εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό κτίσμα. Μιλάμε για ένα ιστορικό συγκρότημα ηλικίας άνω των 160 ετών, άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης, το κρασί και φυσικά τη Μαυροδάφνη.
Η φωτιά εκδηλώθηκε περίπου στις 4:45 τα ξημερώματα στην Κάβα «Δανιηλίδος», ένα διώροφο πέτρινο κτίριο που χρησιμοποιούνταν για την υποδοχή και τη φιλοξενία επισκεπτών. Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Νίκος Καραπάνος, ο χώρος είχε κλείσει περίπου στις 6 το απόγευμα, ενώ ο ίδιος είχε περάσει από εκεί γύρω στις 9 το βράδυ χωρίς να παρατηρήσει κάτι ανησυχητικό.
Ώρες αργότερα, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική.
Η κινητοποίηση της Πυροσβεστικής ήταν μεγάλη. Στην επιχείρηση συμμετείχαν 27 πυροσβέστες, οκτώ οχήματα, ομάδα της 6ης ΕΜΟΔΕ και ειδικό κλιμακοφόρο, ενώ συνέδραμαν και υδροφόρες των ΟΤΑ. Το θετικό είναι ότι η φωτιά περιορίστηκε και δεν επεκτάθηκε στα υπόλοιπα ιστορικά κτίρια ή στο γειτονικό δάσος. Το Αυτοκρατορικό Κελάρι, όπου βρίσκονται τα ιστορικά βαρέλια της Μαυροδάφνης του 1873, καθώς και το ιστορικό αρχείο και το μουσείο, βρίσκονται σε διαφορετικά κτίρια και παρέμειναν άθικτα.
Υπάρχει όμως μία πληροφορία που αλλάζει αρκετά τη συζήτηση.
Στην Κάβα Δανιηλίδος δεν υπήρχε εγκατεστημένο σύστημα πυρανίχνευσης.
Αυτό δεν αποτελεί υπόθεση. Σύμφωνα με το υλικό της έρευνας, το δήλωσε ο ίδιος ο Νίκος Καραπάνος, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι υπήρχε φύλακας στον χώρο. Ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι βρίσκεται 49 χρόνια στην Achaia Clauss και ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχαν αντιμετωπίσει φωτιά.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Όχι για να καταδικαστεί κάποιος πριν ολοκληρωθεί η έρευνα, αλλά γιατί είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς ένα ιστορικό κτίριο τέτοιας αξίας, με πολλές ξύλινες επιφάνειες και μάλιστα με επισκέπτες κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, δεν διέθετε ένα σύστημα που θα μπορούσε να αντιληφθεί καπνό ή φωτιά από τα πρώτα λεπτά.
Η ύπαρξη φύλακα ασφαλώς αποτελεί μέτρο προστασίας. Ένας άνθρωπος όμως δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε κάθε χώρο ενός τόσο μεγάλου ιστορικού συγκροτήματος. Ένα σύγχρονο σύστημα πυρανίχνευσης λειτουργεί ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: για να εντοπίζει το συμβάν όταν ακόμη βρίσκεται στην αρχή του.
Στην περίπτωση της Achaia Clauss αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς το κτίριο είχε παραδοσιακή κατασκευή και πολλές ξύλινες επιφάνειες, κάτι που, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν από την Πυροσβεστική, έκανε την κατάσβεση δυσκολότερη.
Υπάρχει βέβαια μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Τα κτίρια της Achaia Clauss είναι ιστορικά διατηρητέα μνημεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Σε τέτοια κτίρια δεν μπορεί κανείς να πραγματοποιεί ανεξέλεγκτα επεμβάσεις. Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μάλιστα δυνατότητα αποκλίσεων από ορισμένες απαιτήσεις πυροπροστασίας όταν πρέπει να προστατευτούν τα αρχιτεκτονικά και ιστορικά χαρακτηριστικά ενός μνημείου.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα διατηρητέο μένει απροστάτευτο. Το αντίθετο. Η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα στην αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία να απαιτήσει πρόσθετα αντισταθμιστικά μέτρα πυροπροστασίας όταν κάποια συμβατική παρέμβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς «γιατί δεν υπήρχε πυρανίχνευση;».
Το ερώτημα είναι: τι ακριβώς προέβλεπε η εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας της Κάβας Δανιηλίδος;
Υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό πυροπροστασίας; Πώς είχε δηλωθεί επίσημα η χρήση του κτιρίου; Τι μέσα πυρόσβεσης υπήρχαν; Εφόσον δεν είχε εγκατασταθεί πυρανίχνευση, είχαν προβλεφθεί άλλα αντισταθμιστικά μέτρα; Πότε είχε πραγματοποιηθεί ο τελευταίος έλεγχος της ηλεκτρικής εγκατάστασης;
Μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει εάν υπήρχε εν ισχύ πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας για το συγκεκριμένο κτίριο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η ιδιοκτησιακή εικόνα. Το ιστορικό ακίνητο εμφανίζεται να ανήκει στην Achaia Clauss Estate Α.Ε., με κύριο μέτοχο τη Strix Holdings II L.P. σε ποσοστό 99,40% στα τέλη του 2024. Η οινοποιητική και τουριστική δραστηριότητα, όμως, ασκείται από διαφορετική εταιρική οντότητα, την Achaia Clauss 1861 Α.Ε., που συνδέεται με τον Νίκο Καραπάνο.
Αυτό σημαίνει ότι, εάν η έρευνα φτάσει στο ζήτημα των ευθυνών, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί ποιος είχε την υποχρέωση συντήρησης του κτιρίου και ποιος την ευθύνη της λειτουργικής πυρασφάλειας.
Όσο για το τι προκάλεσε τη φωτιά, οι πρώτες πληροφορίες κάνουν λόγο για πιθανό βραχυκύκλωμα. Πρόκειται όμως για αρχική εκτίμηση. Το Ανακριτικό Κλιμάκιο Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού Αχαΐας διερευνά την υπόθεση και μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημο πόρισμα πραγματογνώμονα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία.
Άλλο είναι το ερώτημα «τι άναψε τη φωτιά;» και εντελώς διαφορετικό το «γιατί η φωτιά πρόλαβε να πάρει τέτοιες διαστάσεις;».
Στο πρώτο θα απαντήσει η έρευνα της Πυροσβεστικής. Στο δεύτερο πρέπει να απαντήσουν οι μελέτες, τα πιστοποιητικά, τα συστήματα ασφαλείας και οι άνθρωποι που είχαν την ευθύνη του χώρου.
Η Achaia Clauss είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της Πάτρας που επέζησε πολέμων, σεισμών και τεράστιων κοινωνικών αλλαγών. Η φωτιά της 5ης Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη περιστατικό.
Γιατί τα ιστορικά κτίρια δεν προστατεύονται μόνο με τον χαρακτηρισμό «διατηρητέο». Προστατεύονται καθημερινά, πριν ακουστεί ο πρώτος συναγερμός — και, στην προκειμένη περίπτωση, το πιο δύσκολο ερώτημα είναι ότι συναγερμός πυρανίχνευσης δεν υπήρχε.