Κατακόρυφη αύξηση παρουσιάζουν τις τελευταίες ημέρες οι μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη προς την Ελλάδα, με τα νησιά νότια της Κρήτης, και κυρίως τη Γαύδο, να βρίσκονται στο επίκεντρο. Παρά τις ανησυχητικές εξελίξεις, καμία επίσημη αρχή δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής πειστικές εξηγήσεις για τα αίτια της νέας αυτής κρίσης. Αντιθέτως, η πρόσφατη παρουσία του υπουργού Μετανάστευσης Θάνου Πλεύρη στη Βεγγάζη κατέληξε σε διπλωματικό φιάσκο για την Ε.Ε., ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επέλεξε να μετακυλήσει την ευθύνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την ώρα που οι διαβουλεύσεις οδηγούνται σε αδιέξοδο, οι ροές συνεχίζονται αμείωτες. Εκατοντάδες άνθρωποι, προερχόμενοι κυρίως από τη Λιβύη, την Αίγυπτο και το Σουδάν, αποβιβάζονται σχεδόν καθημερινά στην Κρήτη και στα νότια νησιά της. Μόλις τα ξημερώματα, ακόμα μία επιχείρηση διάσωσης μεταναστών έλαβε χώρα νότια της Γαύδου.
Πολιτική αναρχία στη Λιβύη
Τι πυροδοτεί, όμως, τη νέα αυτή έξαρση; Ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας; Ποια η στάση της Ε.Ε. και πώς αντιδρά η Ελλάδα; Τις απαντήσεις δίνει ο διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής Θρασύβουλος Ευτυχίδης, ο οποίος εξηγεί:
«Από την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι το 2011, η Λιβύη βυθίστηκε σε μια χρόνια πολιτική αναρχία. Ουσιαστικά πρόκειται για μια χώρα διαιρεμένη, με δύο κυβερνήσεις και τρεις πρωτεύουσες: την Τρίπολη στα δυτικά, τη Βεγγάζη και το Τομπρούκ στα ανατολικά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Δύση αναγνώρισε τη «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» της Τρίπολης, που υποστηρίζεται κυρίως από τις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και την Τουρκία. Αντίθετα, η Ανατολική Λιβύη βρίσκεται υπό τον έλεγχο του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος απολαμβάνει τη στήριξη της Αιγύπτου, της Ρωσίας, της Γαλλίας, αλλά και της Ελλάδας.
«Εμείς ήμασταν εκείνοι που υποδεχτήκαμε τον Χαφτάρ ως απάντηση στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, με το σκεπτικό “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”. Αυτή η παράλογη λογική μάς στοιχειώνει ακόμα», σημειώνει δηκτικά ο Ευτυχίδης.
Η στροφή στην Ανατολική Λιβύη και η Ελλάδα ως μοναδικός προορισμός
Μέχρι πρότινος, οι μεταναστευτικές ροές προέρχονταν κυρίως από τη Δυτική Λιβύη. Η Ιταλία, μέσω διμερών και συχνά αδιαφανών συμφωνιών με την κυβέρνηση της Τρίπολης, κατόρθωσε να περιορίσει τις ροές προς τις δικές της ακτές. Παρά τις καταγγελίες για απάνθρωπες πρακτικές και παράνομες επαναπροωθήσεις, η Ε.Ε. έκλεισε τα μάτια, επιλέγοντας τη «λύση» της καταστολής.
Σήμερα, όμως, η κατάσταση έχει μεταβληθεί ριζικά. Όπως εξηγεί ο Ευτυχίδης:
«Η εστία μετατοπίζεται πλέον στην Ανατολική Λιβύη, στο Τομπρούκ, που συνορεύει με την Αίγυπτο και λειτουργεί ως πύλη για χιλιάδες μετανάστες από την Αφρική. Μεγάλα πλοία μεταφέρουν ανθρώπους από εκεί στα διεθνή ύδατα νότια της Κρήτης, όπου γίνεται μεταφόρτωση σε μικρά σκάφη που καταλήγουν στις ελληνικές ακτές».
Αυτός ο νέος «διάδρομος» παρακάμπτει πλήρως την Ιταλία και τις συμφωνίες που έχει συνάψει, καθιστώντας την Ελλάδα αποκλειστικό αποδέκτη των ροών.
Πού είναι η Ευρώπη; Τι κάνει η Ελλάδα;
Το ερώτημα παραμένει: γιατί η Ευρώπη δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά; Γιατί η Ελλάδα παραμένει μόνη σε μια κρίση που αγγίζει τα ευρωπαϊκά σύνορα;
Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στο γνωστό πλέον έλλειμμα στρατηγικής και στις αποσπασματικές διπλωματικές πρωτοβουλίες της Αθήνας. Η αποτυχία συντονισμού στη Βεγγάζη και η διπλωματική «αμηχανία» έναντι του νέου ρόλου της Τουρκίας στη Λιβύη, καθιστούν την Ελλάδα θεατή μιας κρίσης που θα έπρεπε να διαχειρίζεται από θέση ισχύος.
«Το πρόβλημα είναι δομικό. Όταν δεν υπάρχει σαφής εθνική στρατηγική και περιμένεις να σε “σώσει” η Ευρώπη, αργά ή γρήγορα καταλήγεις στο περιθώριο», υπογραμμίζει ο Ευτυχίδης.
Το αύριο
Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται εκ νέου σε γεωπολιτικό «καζάνι», η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο μια μεταναστευτική κρίση, αλλά και τις συνέπειες των διεθνών επιλογών της. Χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και με την Ε.Ε. σε ρόλο παρατηρητή, η απειλή δεν είναι μόνο τα πλοιάρια που φτάνουν – είναι η στρατηγική απομόνωση που τα συνοδεύει.