Παρά τις σοκαριστικές υποθέσεις και την επίπονη δουλειά Πατρινών και άλλων επιστημόνων, τα κρίσιμα εργαλεία για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της κακοποίησης ανηλίκων παραμένουν «παγωμένα» από την πολιτεία.
Εξειδικευμένες ομάδες εργασίας, κατεπείγουσες διαδικασίες, έτοιμα σχέδια δράσης και μεγαλόστομες δεσμεύσεις. Παρά ταύτα, η ουσιαστική θωράκιση των παιδιών που πέφτουν θύματα βίας και παραμέλησης συνεχίζει να σκοντάφτει στην αδικαιολόγητη κωλυσιεργία των αρμοδίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Εθνικό Πρωτόκολλο Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης και Παραμέλησης Παιδιών, το οποίο, παρότι ολοκληρώθηκε από ειδική επιτροπή του υπουργείου Δικαιοσύνης εδώ και τρεις μήνες, εξακολουθεί να σκονίζεται στα συρτάρια.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι επιτακτικό: Για ποιο λόγο καθυστερεί η εφαρμογή του;
Η ενεργοποίηση των διαδικασία είχε ξεκινήσει με κατεπείγοντα χαρακτήρα από την κυβέρνηση, με αφορμή το κύμα αποτρόπαιων περιστατικών κακοποίησης ανηλίκων που έχουν σοκάρει την ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πράξη αποδεικνύεται χαώδης.
Υπενθυμίζεται ότι η πρωτοβουλία για τη σύσταση αυτού του πλαισίου γεννήθηκε στην Πάτρα. Καθοριστική συμβολή είχαν ο εντατικολόγος και επικεφαλής της ΜΕΘ Παίδων του ΠΓΝΠ, Ανδρέας Ηλιάδης, μαζί με τον παιδοχειρουργό και διευθυντή ΕΣΥ του Καραμανδανείου, Βασίλη Αλεξόπουλο. Οι δύο γιατροί, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα μέλη της ειδικής επιτροπής του υπουργείου, αφιέρωσαν σημαντικό χρόνο και κόπο για να παραδώσουν έναν άρτιο και δεσμευτικό οδηγό. Σκοπός ήταν να προσφερθεί στους γιατρούς και στους επαγγελματίες πρώτης γραμμής ένα σαφές εργαλείο, ώστε τα περιστατικά να εντοπίζονται άμεσα, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, γραφειοκρατικά προσκόμματα και αποποίηση ευθυνών.
Ωστόσο, τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωσή του, το υπουργείο Δικαιοσύνης τηρεί σιγή ιχθύος, αφήνοντας κενό το ερώτημα ποιος επωμίζεται την ευθύνη για αυτή την καθυστέρηση.
Δυστυχώς, η εν λόγω περίπτωση δεν είναι η μοναδική. Παρόμοιο πρωτόκολλο είχε συνταχθεί πριν από τρία ολόκληρα χρόνια και από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, χωρίς ωστόσο να βρει ποτέ εφαρμογή στην πράξη. Ο ψυχίατρος και επικεφαλής του Ινστιτούτου, Γιώργος Νικολαΐδης, σχολίασε δηκτικά κατά τη διάρκεια πρόσφατης ημερίδας στην Πάτρα: «Τρία χρόνια τώρα δεν έχει εφαρμοστεί… Αυτό μαρτυρά πόσο απέχουν από τις πράξεις οι εξαγγελίες και οι υποσχέσεις».
Είναι πλέον σαφές πως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην έλλειψη επιστημονικής γνώσης ή κατάλληλων εργαλείων, αλλά στην απουσία της αναγκαίας πολιτικής βούλησης.
Τι προβλέπει το πολυαναμενόμενο πρωτόκολλο
Το σχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης περιλαμβάνει καίριους άξονες για την αντιμετώπιση του φαινομένου:
- Καθοδήγηση υγειονομικών: Δίνει απλές και ξεκάθαρες οδηγίες στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό για να αναγνωρίζουν έγκαιρα τις ενδείξεις κακοποίησης, σπάζοντας τον κύκλο της σιωπής.
- Θεσμική προστασία: Παρέχει νομική θωράκιση στους επαγγελματίες υγείας που καταγγέλλουν ύποπτες καταστάσεις στις αρχές (αστυνομία, εισαγγελία, κοινωνικές δομές).
- Επιστημονική ακρίβεια: Ενσωματώνει κατευθυντήριες γραμμές για τη διάγνωση πιο δύσκολων ή αφανών μορφών κακοποίησης –όπως το σύνδρομο ταρακουνημένου βρέφους και το σύνδρομο Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου–, ζητήματα στα οποία έχουν δώσει έμφαση οι κ. Ηλιάδης και Αλεξόπουλος.
- Διακλαδικός συντονισμός: Προάγει τη συνεργασία μεταξύ υγείας, πρόνοιας, δικαιοσύνης, εκπαίδευσης και αστυνομίας, ώστε να αποφεύγονται οι αποσπασματικές και αναποτελεσματικές παρεμβάσεις.
Κάθε μέρα καθυστέρησης δεν συνιστά απλώς μια γραφειοκρατική ασυνέπεια, αλλά αφορά άμεσα την ασφάλεια και την ίδια τη ζωή παιδιών που βιώνουν καθημερινά τον εφιάλτη της κακοποίησης. Η προστασία της παιδικής ηλικίας απαιτεί πράξεις και άμεση εφαρμογή μέτρων, και όχι άλλες α ατέρμονες συζητήσεις και σχέδια που μένουν κλειδωμένα στα συρτάρια.