Εχτισε μια «δεύτερη ζωή» στην Αχαΐα πείθοντας τη σύντροφό του ότι κρυβόταν από εκτελεστές.
Στα χέρια της Ελληνικής Αστυνομίας βρίσκεται από το πρωί της Κυριακής ο 55χρονος ομογενής Τζέιμς Δαλαμάγκας, βάζοντας τέλος σε ένα ανθρωποκυνηγητό που διήρκεσε περισσότερα από 25 χρόνια. Ο άνδρας, ο οποίος καταζητούνταν διεθνώς από τις αρχές της Αυστραλίας και την Interpol, εντοπίστηκε και συνελήφθη στην περιοχή του Αιγίου, με την είδηση να κάνει αμέσως τον γύρο του κόσμου και να κυριαρχεί στα αυστραλιανά μέσα ενημέρωσης.
Το μοιραίο τατουάζ και η σύλληψη
Η αντίστροφη μέτρηση για τον 55χρονο ξεκίνησε κατά τη διάρκεια ενός τυχαίου ελέγχου των αστυνομικών αρχών. Ο Δαλαμάγκας, ο οποίος οδηγούσε ένα αγροτικό όχημα, επιχείρησε να διαφύγει δίνοντας ψευδή στοιχεία. Ωστόσο, η παρατηρητικότητα των αστυνομικών και ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτηριστικό στάθηκαν μοιραία για τον ίδιο: ένα τατουάζ στο δεξί του μπράτσο με μια ελληνική φράση «πρόδωσε» την πραγματική του ταυτότητα. Η μετέπειτα λήψη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για τον άνθρωπο που καταζητούνταν για ένα από τα πιο πολύκροτα εγκλήματα της ομογένειας στα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Στην κατοχή του συλληφθέντος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα τόξο με πέντε βέλη, δύο μαχαίρια, καθώς και 13 κινητά τηλέφωνα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στον εισαγγελέα αντιμετωπίζοντας τις κατηγορίες της πλαστογραφίας, της πλαστοπροσωπίας και της οπλοκατοχής.
Το χρονικό του φονικού στο Μπέλμορ
Η υπόθεση μας γυρίζει πίσω στον Απρίλιο του 1999, στο Σίδνεϊ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Τζέιμς Δαλαμάγκας ενεπλάκη σε άγριο καυγά με θαμώνα καταστήματος στην περιοχή Μπέλμορ. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, πατέρας δύο παιδιών και ιδιαίτερα αγαπητός στην ελληνική κοινότητα, προσπάθησε να μπει ανάμεσά τους για να τους χωρίσει. Τότε, ο Δαλαμάγκας φέρεται να του καρφωσε ένα μαχαίρι στον λαιμό, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα, και στη συνέχεια εξαφανίστηκε.
Παρά το γεγονός ότι οι αυστραλιανές αρχές υποψιάζονταν εξαρχής ότι είχε διαφύγει στην Ελλάδα και η αστυνομία της Αυστραλίας είχε φτάσει στο σημείο να προσφέρει το 2024 αμοιβή 120.000 ευρώ για πληροφορίες, ο Δαλαμάγκας παρέμενε άφαντος, έχοντας δημιουργήσει μια εντελώς νέα ταυτότητα ως αγρότης στην ελληνική επαρχία.
Η «δεύτερη ζωή» και η ανυποψίαστη σύντροφος
Ο 55χρονος είχε καταφέρει να στήσει ένα τέλειο προπέτασμα καπνού γύρω από τη ζωή του στο Αίγιο, με πρόσωπο-κλειδί τη 46χρονη σύντροφό του, μια φιλόλογο με την οποία συμβίωνε για περισσότερα από 20 χρόνια, έχοντας γνωριστεί την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Προκειμένου να δικαιολογήσει τη μυστικοπάθειά του και τον διαρκή εγκλεισμό του, ο Δαλαμάγκας είχε κατασκευάσει ένα ψέμα: χρησιμοποιώντας το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του αδελφού του, Παναγιώτη, το 1998 στο Σίδνεϊ (για την οποία ο ίδιος είχε μιλήσει τότε στις κάμερες ζητώντας δικαιοσύνη), έπεισε τη γυναίκα ότι κρυβόταν επειδή κινδύνευε και η δική του ζωή από πληρωμένους εκτελεστές.
Η οικογένεια της 46χρονης δηλώνει σοκαρισμένη. Μιλώντας στην εκπομπή «Live News», συγγενείς της εξέφρασαν την πλήρη άγνοιά τους για το παρελθόν του 55χρονου. «Μας έλεγαν ότι φοβόταν γιατί είχαν βλάψει τον αδελφό του. Τον είχαμε δει ελάχιστες φορές, υπήρχε τεράστια μυστικοπάθεια», ανέφερε συγγενικό πρόσωπο, συμπληρώνοντας ότι η γυναίκα, η οποία εργαζόταν ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός στη Σαντορίνη και την Αθήνα, τον στήριζε τυφλά, έχοντας μάλιστα το αυτοκίνητό του στο όνομά της. «Πιστεύαμε ότι έφυγε για δύο μέρες να δει τον άρρωστο πατέρα του και ξαφνικά μαθαίνουμε ότι είναι στα δικαστήρια», δήλωσε έντρομη η αδελφή της συντρόφου του.
Η θέση της μητέρας: «Ήταν σε άμυνα»
Στον αντίποδα, η μητέρα του Τζέιμς Δαλαμάγκα ξσπάει και υπεραμύνεται της αθωότητας του γιου της. Με δηλώσεις της υποστηρίζει ότι ο Γιώργος Γιαννόπουλος δεν ήταν ένας απλός θαμώνας που προσπάθησε να χωρίσει έναν καυγά, αλλά «κακοποιό στοιχείο» που είχε συμβόλαιο θανάτου εναντίον του γιου της, προκειμένου να σταματήσει ο δικαστικός αγώνας της οικογένειας για τη δολοφονία του άλλου της παιδιού, του Παναγιώτη, το 1998. «Ο γιος μου ήταν σε άμυνα εκείνο το βράδυ, γλίτωσε από του χάρου τα δόντια. Τον κατηγορούν άδικα», δήλωσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας παράλληλα το σοκ που υπέστη όταν είδε προχθές τον γιο της με χειροπέδες.
Το νομικό «παράθυρο» της παραγραφής
Η επόμενη ημέρα της σύλληψης φέρνει στο προσκήνιο μια μεγάλη νομική μάχη. Ο 55χρονος, ο οποίος αρνείται την έκδοσή του στην Αυστραλία, προτάσσει την ελληνική του ιθαγένεια και το γεγονός ότι το αδίκημα της ανθρωποκτονίας έχει πλέον συμπληρώσει 25ετία, κάτι που σημαίνει ότι βάσει της ελληνικής νομοθεσίας έχει παραγραφεί.
Παράλληλα, οι αρχές της Αυστραλίας πιέζουν για την έκδοσή του προκειμένου να δικαστεί στον τόπο του εγκλήματος, με την οικογένεια του θύματος να ζητά, έστω και μετά από ένα τέταρτο του αιώνα, τη δικαίωση της μνήμης του δικού της ανθρώπου. Το Συμβούλιο Εφετών αναμένεται να λάβει την τελική απόφαση για την τύχη του ομογενούς.