Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια σιωπηλή αλλά υπαρκτή καμπή, την οποία πολλοί από εσάς ίσως νιώθετε ήδη στην καθημερινότητά σας. Η ευλογιά των προβάτων εξαπλώνεται, οι παραγωγές μειώνονται, οι τιμές ανεβαίνουν και η συζήτηση για το μέλλον του κρέατος αποκτά διεθνείς διαστάσεις. Το ερώτημα που αιωρείται είναι διαχρονικό αλλά πλέον επίκαιρο όσο ποτέ. Μήπως το φαγητό που ξέρατε, το αρνί, το κατσίκι και το μοσχάρι, οδηγείται σε μια οριστική αλλαγή; Και μήπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη πάρει αποφάσεις που μας αφορούν, χωρίς να δώσει στην Ελλάδα τον χώρο να εκφράσει τη δική της φωνή;
Η ευλογιά των προβάτων δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα ζωονόσο, αλλά έναν παράγοντα που μειώνει θεαματικά τα κοπάδια, περιορίζει την παραγωγικότητα, αυξάνει το κόστος και επηρεάζει καθετοποιημένα ολόκληρη την αγορά του ελληνικού κρέατος. Το κρίσιμο στοιχείο που συχνά δεν λέγεται δημόσια είναι πως τέτοιες υγειονομικές κρίσεις λειτουργούν σαν επιταχυντές για αλλαγές που η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει εδώ και χρόνια να επιβάλει. Πρόκειται για αλλαγές που συνδέονται με τη σταδιακή συρρίκνωση της παραδοσιακής κτηνοτροφίας και τη μετάβαση σε νέα μοντέλα παραγωγής πρωτεΐνης.
Η Ευρώπη έχει ήδη χαράξει μια αυστηρή πορεία για το μέλλον της παραγωγής τροφίμων και η Ελλάδα, είτε συμφωνεί είτε όχι, καλείται να την ακολουθήσει. Σε πρώτο επίπεδο, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί επιβάλλουν μείωση του ζωικού κεφαλαίου στο όνομα των κλιματικών στόχων. Οι εκπομπές μεθανίου, ο περιορισμός της εντατικής κτηνοτροφίας και η ανάγκη για περισσότερο χώρο βιοποικιλότητας οδηγούν σε μια απλή πραγματικότητα. Η Ευρώπη θέλει λιγότερα ζώα και κατά συνέπεια λιγότερους κτηνοτρόφους. Για χώρες με μεγάλες εκμεταλλεύσεις αυτό αποτελεί πρόκληση. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου κυριαρχούν οι μικρές οικογενειακές μονάδες, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πραγματικά καταστροφικό.
Έπειτα έρχεται η στροφή προς τις εναλλακτικές πρωτεΐνες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει συστηματικά σε εργαστηριακό κρέας, εντομοπρωτεΐνες, φυτικά υποκατάστατα και τεχνολογίες που επιτρέπουν την παραγωγή τροφίμων χωρίς την ύπαρξη αγροτικών μονάδων. Δεν πρόκειται για θεωρητικές συζητήσεις, αλλά για επίσημη χρηματοδοτούμενη πολιτική. Αν η Ελλάδα χάσει τη μάχη της κτηνοτροφίας, τότε θα μετατραπεί σε εισαγωγέα των νέων ευρωπαϊκών προτύπων διατροφής.
Σημαντικός παράγοντας είναι και η οικονομική συγκέντρωση της αγοράς. Οι μικροί κτηνοτρόφοι δυσκολεύονται να αντέξουν το αυξημένο κόστος ενέργειας, τις ακριβές ζωοτροφές, τους εντατικούς ελέγχους και τις απώλειες από ασθένειες. Όσο αυτές οι μονάδες κλείνουν, η παραγωγή περνά στα χέρια μεγάλων επιχειρήσεων ή διεθνών ομίλων. Το αποτέλεσμα είναι πως η χώρα κινδυνεύει να πάψει να είναι παραγωγός και να μετατραπεί σε απλό καταναλωτή.
Αν συνδυάσει κανείς όλες τις παραπάνω πολιτικές, γίνεται σαφές πως η Ευρώπη δεν επιθυμεί να υπάρχουν πολλές μικρές και ανεξάρτητες μονάδες. Αντιθέτως, προτιμά λίγους και ισχυρούς παραγωγούς, οι οποίοι θα λειτουργούν υπό αυστηρό έλεγχο και με μεγαλύτερη τεχνολογική εξάρτηση. Η ευλογιά φαίνεται να επιταχύνει αυτή τη μετάβαση αντί να την ανακόπτει.
Έτσι γεννιέται το επόμενο ερώτημα. Είναι άραγε το τέλος για το φαγητό που εσείς γνωρίζατε; Το παραδοσιακό ελληνικό κρέας δεν εξαφανίζεται μόνο του. Πιέζεται σταδιακά να συρρικνωθεί. Αν συνεχιστεί η παρούσα κατάσταση, το αρνί και το κατσίκι θα γίνουν ακριβότερα, οι μικρές μονάδες θα μειωθούν, το ελληνικό κρέας θα θεωρείται είδος πολυτελείας και ο καταναλωτής θα συνηθίσει αργά αλλά σταθερά τα νέα διατροφικά πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το τέλος δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι σίγουρα ορατό και όσοι εξετάζουν την κατάσταση χωρίς συναισθηματισμό το αντιλαμβάνονται ξεκάθαρα.