Η προπαγάνδα στην πολιτική δεν είναι κάτι καινούργιο. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της δημοκρατίας, κάθε κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει τα έργα και τις ενέργειές της με τον πιο θετικό τρόπο. Όμως αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο: η επικοινωνιακή διαχείριση δεν περιορίζεται πλέον στην ωραιοποίηση της πραγματικότητας, αλλά φτάνει στο σημείο να ιδιοποιείται τον μόχθο και τις θυσίες των πολιτών, παρουσιάζοντάς τες ως “επιτυχίες” του κρατικού μηχανισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση της κτηνοτροφικής μονάδας στη Ζηλευτή Τρικάλων. Η μονάδα αυτή, γνωστή για την παραγωγή της και τη μακροχρόνια παρουσία της στον κλάδο, καταστράφηκε ολοσχερώς κατά τη διάρκεια της καταστροφικής κακοκαιρίας Daniel. Ο ιδιοκτήτης της, αντί να περιμένει βοήθεια που δεν ήρθε ποτέ, έβαλε τα δυνατά του: με δικά του μέσα, με κόπο, πίστη και ατελείωτη εργασία, ξανάστησε από την αρχή την επιχείρησή του, δίνοντας ψωμί στους εργαζόμενους και ζωή στην τοπική κοινότητα.
Και όμως, λίγο καιρό αργότερα, γνωστό φιλοκυβερνητικό μέσο παρουσίασε το συγκεκριμένο παράδειγμα ως “ενδεικτικό της αποτελεσματικής κρατικής παρέμβασης και της στήριξης της κυβέρνησης στους πληγέντες”. Με βίντεο, πλάνα και τίτλους που παρέπεμπαν σε κυβερνητικό έργο, ο προσωπικός αγώνας ενός ανθρώπου μετατράπηκε, μέσα σε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου, σε “success story” του κρατικού μηχανισμού.
Το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς προσβλητικό. Είναι ανήθικο. Γιατί ο αγώνας της επιβίωσης ενός απλού Έλληνα αγρότη ή κτηνοτρόφου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να “γυαλίσει” την εικόνα μιας κυβέρνησης που απουσίασε όταν την είχε ανάγκη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ζητούν προβολή, ζητούν στήριξη, σεβασμό και δικαιοσύνη.
Η πρακτική αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο φαινόμενο επικοινωνιακής αλλοίωσης της πραγματικότητας. Αντί να υπάρξει ειλικρινής αποτίμηση της καταστροφής και σχεδιασμός για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη, προτιμάται η εικόνα της επιτυχίας. Τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχονται ή ευνοούνται από την εκάστοτε εξουσία, επιλέγουν να προβάλουν μόνο ό,τι ταιριάζει στο αφήγημα της “αποτελεσματικότητας”. Έτσι όμως, ο πολίτης δεν πληροφορείται , καθοδηγείται.
Η επικοινωνιακή αυτή τακτική έχει βαθιές κοινωνικές συνέπειες. Δημιουργεί ψευδαίσθηση προόδου, ενώ η καθημερινότητα πολλών πολιτών παραμένει ίδια ή χειρότερη. Όταν ο άνθρωπος που παλεύει να ξαναχτίσει τη ζωή του βλέπει τον αγώνα του να παρουσιάζεται ως κρατική επιτυχία, αισθάνεται διπλά προδομένος: πρώτα από την απουσία βοήθειας και ύστερα από την παραποίηση της αλήθειας.
Η αλήθεια είναι πως το ελληνικό κράτος, παρά τις διακηρύξεις και τα σχέδια “αποκατάστασης”, δεν στάθηκε έμπρακτα στο ύψος των περιστάσεων. Οι αποζημιώσεις καθυστέρησαν, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες αποθάρρυναν, και η πλειονότητα των πληγέντων βρέθηκε να παλεύει μόνη. Όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αγωνία, γεννήθηκαν πράξεις αντοχής, αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας. Αυτές είναι οι ιστορίες που αξίζει να ακουστούν , όχι για να κερδίσουν ψήφους, αλλά για να εμπνεύσουν σεβασμό.
Η δύναμη της ενημέρωσης θα έπρεπε να είναι η αλήθεια. Κι όμως, στη σημερινή Ελλάδα, συχνά λειτουργεί ως εργαλείο αποπροσανατολισμού. Όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, η εμπιστοσύνη του πολίτη θα διαβρώνεται. Και όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, καμία προπαγάνδα δεν μπορεί να τη φέρει πίσω.
Η αληθινή πρόοδος δεν έρχεται από τα δελτία τύπου ή τις στημένες εικόνες, αλλά από την έντιμη παραδοχή της πραγματικότητας και τη στήριξη εκείνων που σηκώνουν την Ελλάδα με τα χέρια τους , μακριά από κάμερες και ψεύτικες υποσχέσεις.