Δύο γνώριμοι πολιτικοί αντίπαλοι, δύο πρώην πρωθυπουργοί, φαίνεται πως ετοιμάζονται να επιστρέψουν στο προσκήνιο. Ο Αντώνης Σαμαράς και ο Αλέξης Τσίπρας φέρονται να σχεδιάζουν την ίδρυση νέων κομμάτων εντός του τρίτου δεκαημέρου του Ιουλίου, πυροδοτώντας νέες πολιτικές εξελίξεις εντός του ήδη ρευστού σκηνικού.
Η στόχευση κάθε ενός από τους δύο είναι διαφορετική, αλλά εξίσου υπολογίσιμη: ο Α. Σαμαράς, σύμφωνα με πληροφορίες, προσανατολίζεται στη δημιουργία ενός φορέα που θα προσελκύσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους από τη Νέα Δημοκρατία και την Ελληνική Λύση, αποσκοπώντας ουσιαστικά στο να στερήσει την αυτοδυναμία από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Από την άλλη, ο Α. Τσίπρας επιχειρεί να παίξει ρόλο ενοποιητή στον κατακερματισμένο χώρο της Αριστεράς, επιδιώκοντας να συγκεντρώσει γύρω του τις διάσπαρτες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που απομακρύνθηκαν μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η είδηση προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στην κοινή γνώμη. Πολλοί αναρωτιούνται τι έχουν να προσφέρουν σήμερα δύο ηγέτες που ήδη δοκιμάστηκαν στην κορυφή της εξουσίας, με διόλου αμελητέα ευθύνη για τα προβλήματα που εξακολουθούν να ταλανίζουν τη χώρα. Αν πράγματι υπήρχε κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν, γιατί δεν το έπραξαν όταν είχαν την ευκαιρία;
Το πολιτικό προσωπικό της χώρας δείχνει να ανακυκλώνεται χωρίς ανανέωση. Η επιστροφή δύο πρώην πρωθυπουργών, που έχουν ήδη «κλείσει» έναν κύκλο, μαρτυρά όχι απλώς έλλειψη νέων προσώπων, αλλά και αδυναμία παραγωγής φρέσκων ιδεών. Αντί για πρόοδο, επιστρέφουμε στο γνώριμο σκηνικό του 2015, χωρίς, ωστόσο, να βρισκόμαστε πια στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο. Οι σημερινές προκλήσεις είναι διαφορετικές, αλλά η πολιτική απάντηση που φαίνεται να δίνεται είναι… ίδια.
Ο Α. Σαμαράς, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, μπορεί να αποσπάσει ένα ποσοστό μεταξύ 5% και 7%, επιδρώντας κατακερματιστικά στον δεξιό χώρο. Αντίθετα, ο Α. Τσίπρας, με ένα πιθανόν ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό, ενδέχεται να λειτουργήσει ενοποιητικά για την Αριστερά — ή τουλάχιστον για ένα μέρος της.
Το βέβαιο είναι πως η νέα αυτή «μάχη» θυμίζει πολύ ένα déjà vu. Όπως έγραψε ο Μαρξ, «η ιστορία επαναλαμβάνεται, πρώτα ως τραγωδία, ύστερα ως φάρσα». Η ελληνική πολιτική σκηνή δείχνει αποφασισμένη να μας προσφέρει και τα δύο.