Η συνεχής αύξηση του κόστους ζωής αφήνει τα αποτυπώματά της και στο καθημερινό τραπέζι των Ελλήνων, με το παραδοσιακό πιτόγυρο να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αλλαγών στις καταναλωτικές συνήθειες. Παρά τις δυσκολίες, οι Πατρινοί καταναλωτές θεωρούνται προς το παρόν τυχεροί, καθώς το κόστος του πιτόγυρου στην πόλη τους παραμένει από τα φθηνότερα σε πανελλαδικό επίπεδο.
Τα τελευταία χρόνια, το πιτόγυρο και το σουβλάκι αποτελούσαν μια αγαπημένη και οικονομική λύση για τα γεύματα των Ελλήνων, καθώς ήταν γρήγορο, εύκολο και προσιτό. Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση των τιμών έχει ανατρέψει αυτή την εικόνα. Πλέον, μια οικογένεια χρειάζεται περισσότερα από 20 ευρώ για να απολαύσει 4-5 πιτόγυρα, ποσό που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά ακόμη και το κόστος ενός μαγειρεμένου φαγητού.
Ο κλάδος των επιχειρηματιών επισημαίνει ότι οι αυξήσεις δεν οφείλονται σε κερδοσκοπία, αλλά σε δυσθεώρητη άνοδο των λειτουργικών εξόδων. Οι τιμές του κρέατος, του κάρβουνου, του ρεύματος αλλά και οι αυξήσεις στους μισθούς, αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που «φουσκώνουν» το τελικό κόστος του πιτόγυρου.
Στην Πάτρα, η τιμή του πιτόγυρου κυμαίνεται περίπου στα 3,50 ευρώ, με κάποιες συνοικιακές ψησταριές να το προσφέρουν ακόμη και στα 3,20 ευρώ, τη στιγμή που σε κεντρικά σημεία η τιμή μπορεί να φτάσει τα 4,10 ευρώ. Αντίθετα, στην Αθήνα το σουβλάκι με πίτα κοστίζει κατά μέσο όρο 4 ευρώ και σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως το Κολωνάκι, η τιμή μπορεί να εκτοξευτεί στα 4,30 ευρώ. Στον Πειραιά η τιμή αγγίζει τα 3,90 ευρώ, ενώ στο Ηράκλειο Κρήτης το κόστος φτάνει τα 4,50 ευρώ, με ορισμένα καταστήματα να το πωλούν και στα 5 ευρώ, παρά το μεγαλύτερο μέγεθος του προϊόντος (1,5 φορά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της Πάτρας).
Ακόμα πιο «απαγορευτική» είναι η τιμή του πιτόγυρου στα νησιά, όπου φτάνει ακόμη και τα 7 ευρώ, καθιστώντας το σχεδόν απλησίαστο για τους ντόπιους. Είναι ενδεικτικό ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά τουλάχιστον 1 ευρώ σε σχέση με πριν από δύο χρόνια.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την επιβάρυνση που υφίστανται οι καταναλωτές από την ακρίβεια, η οποία αλλάζει βαθιά τις διατροφικές τους συνήθειες και τους αναγκάζει να αναζητούν πιο οικονομικές επιλογές, επηρεάζοντας έτσι και την καθημερινότητα αλλά και την τοπική οικονομία.