Η καθημερινή εικόνα στους κεντρικούς άξονες της Πάτρας είναι πλέον γνώριμη: ένα ατέρμονο «σταμάτα-ξεκίνα» στην Κορίνθου, διπλοπαρκαρισμένα στην Γούναρη που στενεύουν τον δρόμο σε μία λωρίδα, και μια Αγίου Ανδρέου που θυμίζει απέραντο πάρκινγκ. Στην κοινή λογική, η λύση φαντάζει απλή και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία στο παρελθόν: οι πλαστικές κορύνες.
Είναι η μόνη παρέμβαση που επιβάλλει την τάξη εκεί που η οδηγική παιδεία αποτυγχάνει. Όλοι θυμόμαστε την Αγίου Ανδρέου να «αναπνέει» όταν τα πλαστικά εμπόδια εμπόδιζαν την παράνομη στάθμευση. Γιατί λοιπόν η Δημοτική Αρχή δεν προχωρά στην αυτονόητη επανατοποθέτησή τους;
Το Νομικό «Μπλόκο»
Δυστυχώς, η απάντηση δεν κρύβεται στην έλλειψη πολιτικής βούλησης, αλλά στον Νόμο. Σύμφωνα με τις ισχύουσες τεχνικές προδιαγραφές και τη σχετική νομοθεσία για την οδική ασφάλεια, η τοποθέτηση μόνιμων ελαστικών οριοδεικτών (κορυνών) σε αστικούς οδικούς άξονες πόλεων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων απαγορεύεται.
Ο νόμος είναι σαφής: τέτοιου είδους στοιχεία θεωρούνται πλέον επικίνδυνα για την οδική ασφάλεια (κυρίως για δίκυκλα) και δεν εγκρίνονται σε νέες κυκλοφοριακές μελέτες.
Η Εξαίρεση που Επιβεβαιώνει τον Κανόνα
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί η οδός Έλληνος Στρατιώτου διατηρεί ακόμη τις κορύνες της. Η εξήγηση είναι γραφειοκρατική: ο νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ. Ό,τι προϋπήρχε της απαγόρευσης παραμένει ως έχει, αλλά αν αφαιρεθεί (όπως συνέβη στην Αγίου Ανδρέου κατά τη διάρκεια έργων ή λόγω φθοράς), η επανατοποθέτησή του θεωρείται «νέα εγκατάσταση» και προσκρούει στις σημερινές διατάξεις.
Το Τίμημα της Νομιμότητας
Η Πάτρα βρίσκεται σε ένα παράδοξο:
- Από τη μία πλευρά, η ανάγκη για ελεύθερες λωρίδες κυκλοφορίας είναι επιτακτική.
- Από την άλλη, τα χέρια των τεχνικών υπηρεσιών είναι δεμένα από ένα πλαίσιο που σχεδιάστηκε για άλλες συνθήκες, αφήνοντας τις πόλεις χωρίς το πιο αποτελεσματικό εργαλείο αστυνόμευσης του δρόμου.
Αν οι κορύνες της Αγίου Ανδρέου είχαν διατηρηθεί «διά ροπάλου» πριν την αλλαγή του πλαισίου, σήμερα η πόλη θα είχε μια διαφορετική δυναμική. Τώρα, το βάρος πέφτει αποκλειστικά στην αστυνόμευση και στη συνείδηση των πολιτών—δύο παράγοντες που, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, δεν αρκούν για να λύσουν το κυκλοφοριακό έμφραγμα.