Η πρόσφατη φωτιά που ξέσπασε στον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο του νοσοκομείου «Άγιος Ανδρέας» στην Πάτρα δεν ήταν απλώς ένα ατυχές περιστατικό. Ήταν το αποκορύφωμα της αδιαφορίας, της γραφειοκρατικής απάθειας και της κρατικής αποτυχίας.
Σε έναν χώρο όπου έπρεπε να επικρατεί απόλυτη ασφάλεια, υγειονομικό υλικό εκατομμυρίων ευρώ βρισκόταν εκτεθειμένο και αφύλακτο. Καμία πυρασφάλεια, καμία πιστοποίηση, κανένα σχέδιο διαφυγής. Το υπόγειο ήταν ελεύθερα προσβάσιμο – οποιοσδήποτε μπορούσε να εισέλθει, να προκαλέσει δολιοφθορά, ακόμη και να βάλει φωτιά. Και τελικά, αυτό ακριβώς συνέβη. Οι φλόγες κατάπιαν εγκαταστάσεις και προμήθειες αξίας άνω των 2 εκατομμυρίων ευρώ, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης.
Ο κύριος Γεωργιάδης έσπευσε να δηλώσει πως “δεν χάθηκαν μηχανήματα”, αλλά τι σημασία έχει αν σώθηκε ένας μαγνητικός τομογράφος όταν η ίδια η δομή του ΕΣΥ καίγεται καθημερινά από την υποχρηματοδότηση και την ανευθυνότητα;
Την ίδια ώρα, η βουλευτής Αχαΐας της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου, αντί να ζητήσει εξηγήσεις για την εγκληματική αμέλεια, επιλέγει τον δρόμο της επικοινωνιακής υπεράσπισης. Ούτε λέξη για την έλλειψη πυροπροστασίας, ούτε λέξη για τη διαλυμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το δεύτερο μεγαλύτερο νοσοκομείο της Πάτρας. Λες και δεν πρόκειται για ζωές ανθρώπων, αλλά για μια απλή… αναποδιά.
Και πού είναι η διοίκηση; Ο κύριος Αλεξόπουλος, επικεφαλής, εξαφανισμένος ή σιωπηλός απέναντι στην κοινωνική οργή. Όταν πρόκειται για χειραψίες και εγκαίνια, βρίσκονται όλοι στην πρώτη γραμμή. Όταν όμως καίγεται το νοσοκομείο, το μόνο που μένει είναι η στάχτη της αδιαφορίας τους.
Ασθενείς, γιατροί, νοσηλευτές σώθηκαν κυριολεκτικά από θαύμα, με το προσωπικό να μεταφέρει με τα χέρια διασωληνωμένους χωρίς φιάλες οξυγόνου, χωρίς φορεία, χωρίς σχέδιο. Αυτή είναι η εικόνα του “αναβαθμισμένου ΕΣΥ” που μας υπόσχονται.
Δεν πρόκειται για αμέλεια. Πρόκειται για συνειδητή εγκατάλειψη. Για πολιτικές επιλογές που κόβουν από την υγεία για να περισσεύουν χρήματα για επικοινωνιακά σόου και χορηγίες σε ημέτερους.
Και το ερώτημα μένει: Αν η φωτιά είχε φτάσει στους θαλάμους; Αν είχαμε θρηνήσει νεκρούς; Ποιος θα είχε το θάρρος να αναλάβει την ευθύνη;
Η απάντηση είναι δυστυχώς γνωστή: Κανείς.